ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

Κ

  • Καδί (το)= μεγάλο ξύλινο βαρέλι
  • Καζάντζα = χόρτασα
  • Καλαμπαλίκ'(ι) (το)= αντικείμενα συνήθως άχρηστα
  • Καλτσιούνια (τα)= τερλίκια
  • Καμπάδ'κους (ο)= σωματώδης
  • Κάντσα = χόρτασα, γέμισα
  • Καπίστρ' (το)= χαλινάρι
  • Καρκάτζαλους (ο)= καλικάντζαρος
  • Κάρνα (τα)= κάρβουνα
  • Καρπουλόϊ (το)= σιδερένιο δικράνι, πιρούνι κήπου
  • Καρσί = απέναντι ακριβώς
  • Καρταλάς (ο)= αετός
  • Καρτούδ' (το)= ποτήρι μεταλλικό με χερούλι
  • Κασκαρίκα (η)= γκάφα, παγίδα
  • Κασκέτου (το)= καπέλο
  • Κατουρλιό (το)= ούρα (μεταφορικά το ζεστό ποτό)
  • Κατσίρτσει = απέτυχε, δε βόλεψε
  • Καψάλου (η)= χαζή
  • Κβανώ = κουβαλώ
  • Κένουμα (το)= σερβίρισμα
  • Κιουτεύου = φοβάμαι, κάνω πίσω
  • Κλαπατσίμπαλα (τα)= πολλά αντικείμενα μαζί που κάνουν θόρυβο
  • Κλιακώθ'κα = χέστηκα
  • Κλίκ'(ι) (το)= ψωμί ζυμωτό μικρό μέγεθος στρόγγυλο
  • Κλιμιά (η)= το μυτερό ξύλο στο κάρο (παραπέτο)
  • Κλιούφ (το)= κάλυμμα, πανωφόρι σακουλιασμένο
  • Κλουκουτώ = ανακατεύω
  • Κλουσαριά (η)= κλώσσα
  • Κλούτσα (η)= συρμάτινο τσιγκέλι για τα σαντάλια (ξερό καπνό)
  • Κ'μάσ'(ι) (το)= κουμάσι
  • Κνάκ'(ι) (το)= κυψέλη μελισσών
  • Κνάκας (ο)= τεμπέλης
  • Κουζούλ'(ι) (το)= το πουλί ψαρόνι-μαυροπούλι
  • Κουϊρούκ'(ι) (το)= πίσω μέρος του ψητού κοτόπουλου
  • Κουκλότσιαρους (ο)= καρναβάλι
  • Κουκλουβάους (ο)= κουκουβάγια
  • Κουκουρνιόκους (ο)= άμυαλος
  • Κουλάϊ (το)= η ευκολία στο να κάνω κάτι
  • Κουλουμπαρίνα (η)= πίτα με κολοκύθα χωρίς φύλλο
  • Κουπάνα (η)= λεκάνη
  • Κουπόϊ (το)= σκυλί κυνηγετικό
  • Κουραδάς (ο)= τεμπέλης
  • Κουραδίκους (ο)= τεμπέλης
  • Κουραμάνα (η)= καρβέλι ψωμιού
  • Κουρβούλ'(ι) (το)= κληματόριζα
  • Κουρκούτ' (το)= είδος φαγητού
  • Κουρκουτιάζου = γεμίζει το κεφάλι μου και ζαλίζομαι
  • Κουρμπάτσ(ι)=Καμουτσίκι
  • Κουρντήρ' (το)= κέρασμα από σπίτι σε σπίτι για το κάλεσμα σε γάμο (και κλουντήρ')
  • Κουρσούμ' (το)= βαρύ μεταλλικό σφαιρίδιο σα βώλος
  • Κουρτσούδ' (το)= κορίτσι
  • Κουσιόρ' (το)= πριονωτό μαχαίρι-εργαλείο
  • Κουσμέτ' (το)= η δουλειά
  • Κουτρουκλούδ' (το)= παιχνίδι παιδικό με ρόδα
  • Κουτρούπ' = το ξυρισμένο
  • Κουτρώ = τρακάρω
  • Κουτσούπ' (το)= το μικρό ξύλο
  • Κουφίν'(ι) (το)= κοφίνι, μεγάλο καλάθι για το μάζεμα του καπνού συνήθως
  • Κρατ'νάς (ο)= ξεροκέφαλος
  • Κρατούνα (η)= νεροκολοκύθα
  • Κρένου = μιλάω
  • Κρέχκους (ο)= ζωηρός, αφράτος
  • Κρίκους (ο)= ψηλός και άμυαλος
  • Κριτσιανίζου = τραγανίζω
  • Κρούξ' (η)= βιασύνη
  • Κρούου = χτυπώ
  • Κσάφια (τα)= στολίδια στο γάμο
  • Κ'τσάκ'(ι) (το)= το παιχνίδι κουτσό
  • Κυλαρίνα (η)= το πουλί τσίχλα
  • Κυραμίτς (ο)= αρσενικό κοτσύφι
  • Κφόγρουνου (το)= αυτός που δεν ακούει καλά