ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

Μ

  • Μαγκουσάρ'ς (ο)= κολπαδόρος
  • Μαθές = τάχα, δήθεν
  • Μάϊ = άντε
  • Μαλιαγρίζου= παιδεύω κάτι πολύ
  • Μαλλίνα (η)= φανέλα μάλλινη πλεκτή
  • Μαμαλίκα (η)= χρήματα
  • Μανιά (η)= γιαγιά, γυναίκα μεγάλης ηλικίας
  • Μαντραβίτσα (η)= μυρμηγκιά, δερματικό εξάνθημα
  • Μαρούδα (η)= πασχαλίτσα
  • Μασάλ'(ι) (το)= ανέκδοτο
  • Μαστραπάς (ο)= ποτήρι μεταλλικό με χερούλι
  • Μάτ'ς (το)= γάτα
  • Mατζιούρσα = η μαύρη γυναίκα
  • Μαχαλάς (ο)= γειτονιά
  • Μέλουρ (το)= μελίγκρα
  • Μεσάλ'(ι) (το)= πετσέτα που σκεπάζουμε το ψωμί
  • Μιριμέτ' (το)= μερεμέτι
  • Μιρλιάρ'ς (ο)= κλαψιάρης
  • Μ'λάρ' (το)= μουλάρι
  • Μ'λώνου = το βουλώνω, δε μιλώ
  • Μουαμπέτ (το)= κουβέντα
  • Μουνασίπ' (το)= ταιριαστό
  • Μούρτζιους (ο)= λερωμένος συνήθως στο πρόσωπο
  • Μουσμούλ'ς (ο)= αυτός που αργεί
  • Μούτσιανους (ο)= μικρός σε ηλικία
  • Μουχάν'(ι) (το)= εργαλείο που βγάζει αέρα σε καμίνι
  • Μουχός (ο)= μούχλα
  • Μπαϊά = πάρα πολύ, υπερβολικά
  • Μπαϊλτσα = κουράστηκα
  • Μπαϊρ (το)= θάμνος
  • Μπακράτσα (η)= αγγείο μικρότερο από καζάνι
  • Μπακρατσάς (ο)= μεταφορικά αυτός που έχει μεγάλο και αγύριστο κεφάλι
  • Μπάμπαλου (το)= σκουπίδι
  • Μπαμπαλιάρ'ς (ο)= αυτός που λέει πολλά
  • Μπαμπάτ'σκους (ο)= ευτραφής, τροφαντός (η Μπαμπατσάνα)
  • Μπαντάκουσα = βούλιαξα σε λάσπη
  • Μπαντιακός (ο)= αυτός που κάνει ποδαρικό στο σπίτι την νέα χρονιά
  • Μπάρα (η)= λακούβα με νερό αλλά και μικρή λιμνούλα
  • Μπασιάρτσμα (το)=  πετυχαίνω το στόχο
  • μπασκί =εργαλείο ξύλινο με ενσωματωμένη μετταλική μύτη
  • Μπάτα (η)= αδελφή
  • Mπατάλου=άγαρπη κακόβαλτη
  • Μπατάκ'(ι) (το)= κακοπληρωτής
  • Μπατζιάς (ο)= καπνοδόχος
  • Μπιζέρσα = βαρέθηκα
  • Μπικάδ (το) ή Μπίκας (ο)= αρσενικό μοσχάρι, βόδι
  • Μπιλιτσίκια (τα)= βραχιόλια
  • Μπιλμπίδια (τα)= στραγάλια μαλακά
  • Μπινιβρέκ'(ι) (το)= παντελόνι κοντό και φαρδύ μέχρι τον αστράγαλο
  • Μπιρικιέτ (το)= χαμπέρι, νέο συνήθως καλό
  • Μπιτίζου = τελειώνω
  • Μπίτσι = τελείωσε
  • Μπιτσίμ =τι σχέδιο ,τι μορφή
  • Μπλαστρώθκα = έπεσα
  • Μπλιακιότσ'(ι) (το)= μικρό παιδί
  • Μπλιγούρ' (το)= φαγητό από σιτάρι
  • Μπουζ' (το)= παγωμένο
  • Μπούκλα (η)= ξύλινο παγούρι
  • Μπουλαντίζω = έχω τάση για εμετό (η μπουλαντίδα)
  • Μπούμπουλας (ο)= μαύρο έντομο (μεταφορικά το μικρό παιδί)
  • Μπουμπουνίτσα (η)= μεγάλη φωτιά
  • Μπουνταλάς (ο)= χαζός
  • Μπουντίνα (η)= μπρος πίσω κίνηση, κούνια
  • Μπουρλιάζου = κάνω αρμαθιές (μπουρλιές) το καπνό
  • Μπουρσούκ(ι) (το)= μικρό ζώο
  • Μπουσνάρα (η)= τσέπη, ζώνη του παππού
  • Μπούχτ'σα = βαρέθηκα, χόρτασα
  • Μπουχτ'σιάς (ο)= μπόγος
  • Μπράτ'μους (ο)= φίλος του γαμπρού που κανόνιζε τα του γάμου
  • Μπρουμίτσα = έσκυψα (μεταφορικά κουράστηκα πολύ σε κάτι που κάνω)
  • Μ'σούδ' (το)= μισή δραχμή, πενηντάλεπτο
  • Μυγαρούδια (τα)= μυγαράκια