ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

Π

  • Παγάδουσι (μι) = με πέρασε, με σταμάτησε (πόνος, αρρώστια)
  • Παλαμαριά (η)= εργαλείο ξύλινο για το θερισμό
  • Πάνα (η)= πανί από λινάτσα που σκέπαζαν τα κοφίνια με το καπνό
  • Παναγώμ' (το)= έξτρα, το πάνω κομμάτι
  • Πανάρ' (το)= εξώφυλλο
  • Παπαλούδες (οι)= ποπ κορν
  • Παπούλιασα = μούλιασα
  • Παρδάγκαλου (το)= εξόγκωμα (συνήθως στη μασχάλη)
  • Παρδάλ'ς (ο)= πουλί
  • Παρμάκια (τα)= κάγκελα
  • Παρτάλ'(ι) (το)= κουρέλι
  • Παρταλάς (ο)= αυτός που φοράει ότι να 'ναι (μεταφορικά το ρεμάλι)
  • Παρτσιακλός (ο)= ανισόρροπος
  • Παστάλ'(ι) (το)= επεξεργασία του καπνού φύλλο-φύλλο για να μπει στη μηχανή
  • Παταγώνου = τρομάζω (το πατάγουμα)
  • Παταρ'ά (η)= σφαλιάρα
  • Πατατούκα (η)= παλιό
  • Πατέλ'ς (ο)= στραβοπόδαρος
  • Πατνάς (ο)= αυτός με μεγάλες πατούσες
  • Πατόζα (η)= αλωνιστική μηχανή (μεταφορικά η πολύ χοντρή γυναίκα)
  • Πατούνις (οι)= πατούσες
  • Πατσιά (η)= πατημασιά
  • Πέτ'νους (ο)= κόκορας
  • Πιλικούδα (η)= κομμάτι, φλούδα ξύλου (ή πιλιέκα)
  • Πιλικώ = κόβω (ξύλο)
  • Πινησιάρ'ς (ο)= αυτός που παινεύεται
  • Πιπιλιά (η)= στάχτη
  • Πιράτ'ς (η)= εξάρτημα τη πόρτας που την κλειδώνει
  • Πιρατώνου = κλειδώνω
  • Πιρδικλώνουμι = μπλέκω τα πόδια μου, στραβοπατώ
  • Πιρουστιά (η)= μεταλλικό τρίγωνο για μαγείρεμα στη φωτιά
  • Πισκίρ (το)= πετσέτα
  • Πισκούτιους (ο)= το απάνεμο μέρος όπου πιάνει ο αέρας
  • Πισνιέλα (η)= εξάρτημα σαμαριού για τη ισορροπία του
  • Πλάδα (η)= μικρή κότα
  • Πλαλώ = τρέχω (πλάλους το τρέξιμο)
  • Πλαστό (το)= ζυμωτό ψωμί μεγάλο στρόγγυλο μέγεθος
  • Πλούδ' (το)= πουλί
  • Πλουκός (ο)= φράχτης
  • Πλοχείρου (η)= χούφτα
  • Πόντσις (οι)= μορφασμοί παραπόνου
  • Πουπόν'(ι) (το)= πεπόνι
  • Πουπουνιέτσους (ο)= το πουλί τσαλαπετεινός
  • Πουρ'ιά (η)= στενή πόρτα φράχτη ή σταύλου
  • Πουτσούλας (ο)= γερός, παλικάρι
  • Πρακόν'(ι) (το)= λίμα
  • Πρέκνις (οι)= φακίδες
  • Πρικνιάρ'ς (ο)= φακιδομούρης (οι πρέκνις = φακίδες)
  • Προυμ'θεύου = συμβουλέυω
  • Προύνα (τα)= άγριοι καρποί θάμνων
  • Προυτσαδές (οι)= μυρωδιά του τράγου
  • Προυτσιάδ' (το)= αρσενικό κατσίκι, τράγος (και προύτσιους)
  • Προυτσιαλίσκα = έγινα χάλια από κάτι υγρό που πετάχτηκε (ρημ:προυτσαλώ)
  • Προυφούτσα = έφτυσα