ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

Α

  • Αβντάλ'ς (ο)= άχαρος
  • Αγγιό (το)= δοχείο
  • Αγκριντιά (η)= χοντρό ξύλινο δοκάρι που στήριζε το πάτωμα
  • Αγλήγουρα = γρήγορα
  • Αγρικώ = καταλαβαίνω
  • Αγρουστιρίδα (η)= το πουλί σιταρίθρα
  • Αγρουχούχλιαβους (ο)= αγουροξυπνημένος
  • Αδελφουμίρ' (το)= οικογενειακός κλήρος
  • Άκλουθου (το)= ομφάλιος λώρος
  • Αλαφρουκάνταρου (το)= ελαφρόμυαλος
  • Αλιέσ (το)= ψοφίμι
  • Αλμπίζουμι = λιμπίζομαι
  • Αλόρτους (ο)= όρθιος
  • Αλπαριά (η)= ψάρι της λίμνης (συνήθως παστωμένο)
  • Αμάκα (η)= στο τζάμπα, χωρίς πληρωμή
  • Αμπούχαβους (ο)= κούφιος, αυτός που δεν αντέχει
  • Ανακούκουρδα = κάθομαι οκλαδόν
  • Ανάμ' (το)= δυσάρεστο γεγονός
  • Αναμούρα (η)= έξαψη
  • Ανιβράει = αναβλίζει
  • Ανιέγκασμα (το)= παρακίνηση
  • Ανιέγκουνας (ο)= αγκώνας
  • Ανιτάζου = καταριέμαι
  • Αντέτ (το)= αυτό που πρέπει, που συνηθίζεται
  • Αξούγκ'(ι) (το)= ξίγκι, λίπος
  • Απόκαμα = κουράστηκα
  • Απόρξει = απέβαλλε
  • Απόστασα = κουράστηκα
  • Απουλιάνα (η)= ακαλλιέργητο χωράφι
  • Απουλνώ = αμολάω, αφήνω ελεύθερο
  • Αράδα = συνέχεια, κατά σειρά
  • Αργκιλέδ' (το)= ανεπρόκοπος
  • Αρμιγάς (ο)= δοχείο αρμέγματος με χερούλι
  • Αρμίζου = βουτώ την μπουκιά στο φαγητό
  • Αρναούτ'ς (ο)= αυτός που δεν καταλαβαίνει
  • Αρνιγκιάρ'ς (ο)= άρρωστος, ισχνός
  • Αρνίθα (η)= κότα
  • Αρτσιά (η)= λίπος του φαγητού
  • Ασκένουμι = σιχαίνομαι
  • Ασλούμπουτους (ο)= ασυμμάζευτος, αταίριαστος
  • Ασμάζουχτους (ο)= ασυμμάζευτος, όχι νοικοκύρης
  • Άσουγους (ο)= ανάρμοστος,αταίριαστος
  • Αστόϊσα = ξέχασα
  • Αστουχώ = ξεχνώ
  • Αστριχιά (η)= το λούκι
  • Αυραϊά (η)= παρτέρι με λουλούδια
  • Αφκριέμι = προσπαθώ να ακούσω
  • Αχμάκ'ς (ο)= τεμπέλης
  • Αχούρ' (το)= σταύλος