ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Ευρετήριο Άρθρου

 

Τ

  • Ταγάρ' (το)= μάλλινη τσάντα για την πλάτη
  • Ταϊ (το)= φαγητό των ζώων
  • Ταμαχκιάρ'ς (ο)= πλεονέκτης
  • Tαρκάσα =κακιά γυναίκα
  • Τάφ' (το)= θειάφι
  • Ταχιά = αύριο
  • Τα'χ'νό = αύριο πρωί πρωί
  • Τέλ'(ι) (το)= σύρμα
  • Τζάμαλους (ο)= σκιάχτρο
  • Τζιαν-τζιουν = ησυχία, ερημιά
  • Τζιν-τζιν = καβάλα στην πλάτη
  • Τζμπίδ' (το)= τσιμπίδα για το τζάκι
  • Τζουντζούφ'(ι)= νυφάδα χιονιού
  • Τιλούδ (το)= μικρό λεπτό σύρμα
  • Τίλους (ο)= τάπα βαρελιού
  • Τιρλίκ'(ι) (το)= σοσόνι
  • Τλουπάν'(ι) (το)= μαντίλα κεφαλιού
  • Τμαρεύου = συμμαζεύω, κρύβω
  • Τόντζ' (το)= παιχνίδι της τράπουλας
  • Τούμπου (το)= μπουρί σόμπας
  • Τούντ'ς = πολύ φουσκωμένο
  • Τουρτούρα (η)= τρυγόνι
  • Τράφους (ο)= ο χώρος ανάμεσα σε δυό αράδες αμπελιού
  • Τρέβλα (η)= γλιστρίδα
  • Τριζάτου (το)= λαμπερό, κομψό
  • Τριμτδιακός (ο)= τρεμουλιαστός
  • Τρουβαδιάζου = βάζω φαγητό σε σκεύη για τη δουλειά (από τον τρουβά)
  • Τσαϊρ (το)= χωράφι με αυτοφυή χόρτα
  • Τσακίρ'ς (ο)= αυτός που βλέπει στραβά
  • Τσακμάκ'(ι) (το)= αναπτήρας
  • Τσάκνα (τα)= λεπτά ξερά κλαδιά για προσάναμμα
  • Τσακνουπόδαρους (ο)= άνθρωπος με πολύ λεπτά πόδια
  • Τσαμπουλόϊ (το)= διάλεγμα καρπών
  • Τσανάκια (τα)= συνεργασία
  • Τσιά (η)= σπίθα
  • Τσιαγνίζου = γαβγίζω τσιριχτά (μεταφορικά γκρινιάζω φωναχτά-(το)τσιαγούν'(ι))
  • Τσιασίτ (το)= είδος, ράτσα
  • Τσιατ΄μας (ο)= εσωτερικός τοίχος από ξύλο και καλαμωτή
  • Τσιγκούδ' (το)= μικρό μεταλλικό ποτήρι με χερούλι
  • Τσιλίκ'(ι) (το)= παιχνίδι με δύο ξίλινες βέργες μία μικρή και μία μεγάλη
  • Τσιούλ'(ι) (το)= κομμάτι λινάτσας για το καπνό
  • Τσιουλνάρα (η)= βρύση (τσουλναρούδα η μικρή βρύση)
  • Τσιουμπλέκ'(ι) (το)= μεταλλικό σκεύος κουζίνας
  • Τσιτσβές (ο)= μπρίκι
  • Τσιτσί γκουλιάρ = εντελώς γυμνός
  • Τσιτσφώνου = ενισχύω, βάζω δάχτυλο
  • Τσλόρχου (το)= κουρελού
  • Τσ'νώ = κλωτσώ
  • Τσούκα (η)= καρούμπαλο
  • Τσουτσούλα (η)= γεμάτο ως επάνω
  • Τσούτσουλας (ο)= το γέμισμα του κοφινιού στο καπνό πάνω από τα χείλη
  • Τσουτσουλιάνους (ο)= το πουλί κορυδαλός
  • Τφάν' (ι) (το)= κακός καιρός, μπόρα
  • Τ'φέκ'(ι) (το)= τουφέκι (μεταφορικά ο ίσιος-ευθύς)