ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΒΙΝΤΕΟ

ΗΧΟΣ

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:45

Οι "κουκλουτιαροί"

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Η επόμενη γιορτή μετά τα Χριστούγεννα, που περιμέναμε για να διακόψουν για λίγο τα σχολεία ήταν οι αποκριές. Η γιορτή του γλεντιού, της νηστείας και του καρναβαλιού. Μια δυο βδομάδες πριν την Τυρινή χορταίναμε στα σπίτια μας τον χαλβά. Χαλβάς σκέτος, χαλβάς με σοκολάτα, χαλβάς ξερός κι ότι είδους χαλβά ήθελες. Θυμάμαι ότι τα βράδια, όταν δεν ντυνόμασταν καρναβάλια καθόμασταν στο τραπέζι, που τρώγαμε και με τον μπαμπά μας παίζαμε "χάσκαρ(η)". Ο πατέρας έδενε μ ένα σχοινί, ένα κομμάτι ξερό σαν πέτρα χαλβά, και κουνώντας τον με το σχοινί μπρος πίσω τον περνούσε μπροστά από όλα τα παιδικά στόματα. Ο καθένας προσπαθούσε να προλάβει να αρπάξει με τα δόντια το κομμάτι του χαλβά. Αν το κατάφερνε, έπαιρνε το κομμάτι για δικό του, αν όχι δοκίμαζε ο επόμενος. Αυτός ήταν ο"χάσκαρ(η)ς". Προφανώς το όνομα του παιχνιδιού είχε σχέση με τα πολλά παιδικά στόματα που έχασκαν ανοιχτά, περιμένοντας να δοκιμάσουν να χάψουν τον χαλβά.

 

Τα βράδια στους δρόμους και στα σπίτια κυκλοφορούσαν καρναβάλια. Χτυπούσε η πόρτα του σπιτιού και έμπαινε μέσα μια ολόκληρη παρέα ντυμένη καρναβάλια. Το κεφάλι των καρναβαλιών ήταν πάντα σκεπασμένο με μια κουκούλα η οποία έβγαινε μόνον όταν κάποιος  τα αναγνώριζε. Η κουκούλα αυτή νομίζω πως ήταν η αιτία, που τα καρναβάλια εμείς τα λέγαμε "κουκλουτσιαροί". Η εμφάνισή τους μέσα στην νύχτα, έστω και μέσα στο σπίτι μας, μας προκαλούσε μεγάλο φόβο, γιατί συνήθως οι μεταμορφώσεις ήταν τέτοιες που φόβιζαν. Και είχαν διάφορες επινοήσεις. Άλλος ντύνονταν αρκουδιάρης κι άλλος αρκούδα. Άλλος πάλι γάιδαρος  κι άλλος γαϊδουριάρης. Βλέπαμε νύφες με γαμπρούς να γυρνάνε στους δρόμους, παπάδες με γένια και ράσα. Πολλές φορές, φίλοι έμπαιναν σε φιλικά σπίτια ντυμένοι "κουκλουτσιαροί", κερνιόντουσαν το χαλβά, και έφευγαν χωρίς να τους αναγνωρίσουν καν. Και το ερωτηματικό έμενε πίσω:

-Πνιοί μαρί τάχα ήταν αυτνοί;

Την Κυριακή των αποκριών τα κορίτσια του χωριού είχαν την τιμητική τους. Διοργάνωναν αποκριάτικο χορό. Το χορό του Σταυρού, όπως τον έλεγαν. Το σπίτι στο οποίο θα γίνονταν ο χορός στολίζονταν επιμελώς με όλα τα αποκριάτικα στολίδια, σερπαντίνες, κορδέλες, ξάφια, που υπήρχαν στην μικρή αγορά. Τα κορίτσια  παρασκεύαζαν επίσης διάφορα γλυκά και τα πήγαιναν στο σπίτι, που θα γίνονταν ο χορός για να κεραστούν και να κεράσουν. Από βραδύς ζύμωναν ένα μεγάλο κουλούρι και το έψηναν στο φούρνο. Την άλλη μέρα το έβαζαν πάνω σ ένα σοφρά[1], που ήταν σκεπασμένος, μ ένα όμορφο συνήθως υφαντό και άρχιζαν τους χορούς γύρω από το σουφρά. Τα τραγούδια ήταν τοπικά και τα τραγουδούσαν τα ίδια τα κορίτσια ενώ ταυτόχρονα χόρευαν. Τα τραγούδια που μου έμειναν στη μνήμη μου, από αυτούς τους χορούς είναι το "πάει πέρδικα να καν φουλιά" και το "άσπρα μου περιστέρια". Διοργάνωνε  βλέπεις, στην ταράτσα μας η μεγάλη μου αδελφή,  σχεδόν κάθε χρόνο το χορό για την παρέα της.

Εδώ πρέπει να πω ότι "κουκλουτσιαροί" στο χωριό κυκλοφορούσαν και κάποιες  μέρες μέσα στο φθινόπωρο, τότε που τα καπνά ήταν στο τέλος τους και τα βράδια, όλες οι οικογένειες της γειτονιάς δούλευαν μαζί άλλοτε σε σπίτια και άλλοτε σε σοκάκια. Εκεί έφερνε ο καθένας την δουλειά του και άλλος μπούρλιαζε καπνό, άλλος έτριβε καλαμπόκι  κι άλλοι έκαναν άλλη δουλειά του σπιτιού, όπως δουλειές με σιαμάκο, ραγάζι και καλάμια, που αφθονούσαν στο χωριό, λόγω της ύπαρξης της βάλτας. Σημασία είχε να γίνει "νυχτέριους", έτσι λέγονταν αυτά τα νυχτερινά μουχαμπέτια,[2] που γίνονταν στις γειτονιές. Τέτοιες νύχτες λοιπόν κυκλοφορούσαν ξανά στο χωριό καρναβάλια, που όμως τα λέγαμε "ρουγκάτσια".

Οι μικρότεροι σπάνια μπορούσαμε να μείνουμε στον "νυχτέριου". Συνήθως μας λέγαν ότι έπρεπε να κοιμηθούμε, γιατί ήμασταν μικρά παιδιά. Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλανε να είμαστε εκεί γιατί γίνονταν και λέγονταν πράγματα, που ήταν ακατάλληλα  για τα παιδιά. Θυμάμαι ένα βράδυ, που χτυπιόμουνα και έκλαιγα γιατί ήθελα να μείνω και να δω τον "νυχτέριο", η μακαρίτισσα η θεια Φιλομένη η Κουτουλάδινα  μου είπε, σηκώνοντας την φούστα της και δείχνοντάς μου την βράκα της, που έφθανε λίγο κάτω από τα γόνατα:

-Να ρε, διέστουν τουν, τουν "νυχτέριου".

Από όσα έχω ακούσει, αυτή η συνήθεια, με τα ρουγκάτσια να τριγυρνάνε από γειτονιά σε γειτονιά, όπου γίνονταν "νυχτέριους’’, ήταν πολύ παλιά. Από τότε, που η κύρια ασχολία των χωριανών ήταν η κατασκευή από προϊόντα της βάλτας, της ψάθας και της καλαμωτής. Προϊόντα τα οποία εμπορεύονταν οι προπάπποι μας κάνοντας μεγάλα ταξίδια, με τα ζώα τους στα νότια του νομού Σερρών και σχεδόν σ όλη την Χαλκιδική. Η ψάθα βλέπεις ήταν το χαλί της εποχής και η καλαμωτή οικοδομικό υλικό.

 



[1][1] Χαμηλό τραπέζι, όπου τρώγαμε καθήμενοι κάτω στο πάτωμα.

[2][2] Συζητήσεις μεταξύ φίλων, που είχαν γέλιο, από τα αστεία που λέγονταν.

Διαβάστηκε 1978 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016 15:57

Τελευταία άρθρα από τον/την diaxirisi_bozatzidis_adamiotes

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Το σχολείο Πώληση καπνού »
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια